• Τετάρτη, 18 Σεπτέμβριος 2019 | 13:25
Η αντίληψη της αυτοάνοσης ασθένειας και το άγχος υγείας (Α' μέρος) Η αντίληψη της αυτοάνοσης ασθένειας και το άγχος υγείας (Α' μέρος)

Είναι βέβαιο πως πέρα από τη διατροφική διαχείριση όλων των αυτοάνοσων σημαντικό ρόλο παίζει και η ψυχολογική προσέγγιση.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΣΟ

Κατά κοινή ομολογία, το σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας δε λαμβάνει πολλές φορές υπόψιν του την πολυδιάστατη δομή του εαυτού που νοσεί.

Πιο συγκεκριμένα, οι γνωστικές και συναισθηματικές διεργασίες του ασθενούς επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ασθένεια που τον ταλανίζει, καθώς και την τελική έκβαση της υγείας του.

Πέραν αυτού υπάρχουν ατομικοί και κοινωνικοί παράγοντες που ασκούν επιπρόσθετη επίδραση στις εν λόγω γνωστικές και συναισθηματικές διεργασίες, με αποτέλεσμα ποικίλες πεποιθήσεις, σχήματα, προσδοκίες και κίνητρα να συγκροτούν την αντίληψη της ασθένειας.

Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες είναι το φύλο, η ηλικία, η κοινωνική ομάδα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Οι κύριες γνωστικές λειτουργίες, οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία αναπαραστάσεων, είναι η μνήμη και η προσοχή.

Ειδικότερα, η μνήμη είναι εκείνη που εξυπηρετεί την αποθήκευση και ανάκληση πληροφοριών των προγενέστερων αλλά και τρεχουσών εμπειριών της ασθένειας.

Παράλληλα, όμως, το άτομο λειτουργεί και μέσω της προσοχής, εντοπίζοντας ερεθίσματα που αφορούν το πρόβλημα της υγείας του, τα οποία, βέβαια, είναι περιορισμένου εύρους.

Ως αποτέλεσμα τούτου, αν και το άτομο στερείται ορισμένων πληροφοριών και χρησιμοποιεί προγενέστερες γνώσεις, σπεύδει να ετικετοποιήσει - ταυτοποιήσει την ασθένεια, χωρίς ουσιαστικά να έχει συγκεντρώσει ένα ικανοποιητικό σύνολο στοιχείων της παρούσας κατάστασης της υγείας του, γεγονός που οδηγεί συχνά σε γνωστικά σφάλματα.

Ο βαθμός διαστρέβλωσης, ο οποίος προκύπτει από τη γνωστική επεξεργασία της αναπαράστασης της ασθένειας από τον πάσχοντα, επιφέρει εξίσου επιπτώσεις στη συμπεριφορά υγείας του ίδιου.

Για παράδειγμα, έχει παρατηρηθεί ότι άτομα, τα οποία έχουν διαγνωστεί με κάποια νόσο, τείνουν να αποφεύγουν την έντονη άσκηση ή συναισθηματική φόρτιση εξαιτίας του φόβου μην επιδεινωθούν τα συμπτώματα.

Εν ολίγοις, πιστεύουν ότι πρέπει να διατηρήσουν την απομειωμένη ενέργεια που διαθέτουν, διότι είναι πιθανό να βιώσουν κάποιο είδος σωματικής εξάντλησης, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας τους.

Ως εκ τούτου, αποβάλλουν οποιαδήποτε μορφή σωματικής άσκησης από το ημερήσιο πρόγραμμα τους και αποφεύγουν συγκινησιακά ερεθίσματα, γεγονός το οποίο στην πραγματικότητα δυσχεραίνει περισσότερο την κατάσταση τους, εφόσον τους καθιστά υπολειτουργικούς.

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Αναφορικά με την επίδραση της μεταβλητής του φύλου στη γνωστική επεξεργασία των ερεθισμάτων, έχει διαπιστωθεί ότι οι γυναίκες εστιάζουν την προσοχή τους περισσότερο σε ερεθίσματα εξωτερικού τύπου και μπορούν να εξηγήσουν καλύτερα την κατάσταση της υγείας τους, εάν έχουν υποβληθεί σε εργαστηριακές εξετάσεις.

Ειδάλλως, αντιμετωπίζουν μια ιδιαίτερη δυσκολία στην ερμηνεία των συμπτωμάτων σε αντίθεση με τους άνδρες, για τους οποίους δεν ισχύει το ίδιο. 

Δευτερευόντως, επειδή οι γυναίκες αναλαμβάνουν επί το πλείστον περισσότερες ευθύνες, όπως κατά κύριο λόγο τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, φαίνεται να εμπλέκονται στη διαδικασία αναζήτησης ιατρικής βοήθειας με μεγαλύτερη συχνότητα.

Πέραν αυτού, χαρακτηρίζονται, ακόμη, από αυξημένο άγχος συγκριτικά με τους άνδρες, γεγονός το οποίο έχει συσχετιστεί με συχνότερη αναφορά συμπτωμάτων, μεγαλύτερη έκπτωση της υγείας, καθώς και εντονότερη ανησυχία για τις αιτίες της εμφανιζόμενης συμπτωματολογίας.

Ο παράγοντας της ηλικίας, επίσης, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το άτομο προσεγγίζει την ασθένεια.

Για να γίνει πιο σαφές, ο νέος καταβάλλεται από έντονη απογοήτευση, καθώς θεωρεί ότι το πρόβλημα της υγείας του δυσχεραίνει την υλοποίηση των μελλοντικών του στόχων.

Το άτομο που διανύει τη μέση ηλικία λαμβάνει περισσότερο υπόψιν την τρωτότητα του, καθώς το αντίκτυπο της ασθένειας γίνεται εμφανές σε όλους τους σημαντικούς τομείς της ζωής, όπως η επαγγελματική σταδιοδρομία και η οικογένεια.

Και τέλος, οι άνθρωποι που ανήκουν στην τρίτη ηλικία τείνουν να στρέφονται προς το κοινωνικό περίγυρο, όταν διαγιγνώσκονται με κάποια νόσο.

Μάλιστα, έχει διαπιστωθεί, ότι όσο περισσότερη κοινωνική στήριξη δέχεται ένας υπερήλικας, τόσο αυξάνεται η αυτοαποτελεσματικότητά του, διότι χαρακτηρίζεται από μειωμένη λειτουργικότητα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες.

Διαπιστώνεται ότι το κοινωνικοπολιτισμικό και οικονομικό επίπεδο φαίνεται να επηρεάζει την εμφάνιση συμπτωματολογίας και την επακόλουθη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας.

Έχει παρατηρηθεί ότι ο Ευρωπαίος αποδίδει, συνήθως, τη σωματική και ψυχολογική δυσφορία σε ένα πλαίσιο ασθένειας και αναζητά άμεσα ιατρό.

Αντίθετα, ο Λατίνος απευθύνεται στον ιερέα, όταν αντιμετωπίζει συμπτώματα ψυχοπαθολογίας.

Ακόμη, η έκφραση του σωματικού πόνου και της ψυχολογικής δυσπροσαρμογής σε αυτόν ποικίλει.

Παραδείγματος χάριν, οι Schouten και Schinkel παρατήρησαν ότι οι μετανάστες Τουρκικής καταγωγής στην Ολλανδία εξέφρασαν εντονότερη συναισθηματική δυσφορία συγκριτικά με τους αυτόχθονες Ολλανδούς, όταν αντιμετώπισαν κάποιο είδος σωματικού πόνου.

Είναι αξιοσημείωτο, βέβαια, ότι οι μετανάστες αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα ψυχο-κοινωνικής φύσεως, όπως η κατάθλιψη και η οικονομική δυσχέρεια, τα οποία έχουν συσχετιστεί , τις περισσότερες φορές, με έκπτωση της υγείας και μειωμένα κίνητρα ανάληψης δράσεων.

Στο προαναφερθέν άμεσο περιβάλλον του ασθενούς συμπεριλαμβάνονται και οι εκάστοτε πάροχοι υπηρεσιών υγείας.

Οι Kang και συν. (2014) συμπέραναν ότι η πλειοψηφία του ερευνητικού δείγματος που χρησιμοποίησαν εξέφρασε δυσαρέσκεια για την ιατρική αλληλεπίδραση.

Παρατηρήθηκε ότι λαμβάνουν ελλιπή ενημέρωση από τον ιατρό και μάλιστα το περιορισμένο εύρος των πληροφοριών, που δέχονται, τους προκαλεί ιδιαίτερο φόβο.

Στην πραγματικότητα, το ιατρικό προσωπικό παρεμβαίνει σε οξείες φάσεις του προβλήματος υγείας και δεν ακολουθεί ένα εξατομικευμένο σχέδιο διαρκούς περίθαλψης του ασθενούς.

Ως εκ τούτου, το πλάνο της παρέμβασης θα ήταν χρήσιμο να βασίζεται στην ατομική βούληση του πάσχοντα και την εμπιστοσύνη μεταξύ του ίδιου και της διεπιστημονικής ομάδας των ειδικών, με απώτερο σκοπό την καλύτερη αντιμετώπιση του χρόνιου νοσήματος.

Ανακεφαλαιώνοντας, η γνωστική και συναισθηματική επεξεργασία της συμπτωματολογίας λαμβάνει χώρα εξαρτώμενη από ένα εύρος παραγόντων ατομικής, αλλά και κοινωνικής προέλευσης.

Πρόκειται για μία αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ παθολογίας και παραγόντων επιρροής των αντιληπτικών διεργασιών.

Με άλλα λόγια, η φύση των συμπτωμάτων της ασθένειας που βιώνει το άτομο διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο στη διαμόρφωση αναπαράστασης της ίδιας σε συνδυασμό, βέβαια, με τις υπόλοιπες πτυχές της ταυτότητας του ασθενούς.

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η αλληλεπίδραση σωματικής και ψυχικής υγείας μαγνητίζει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της σύγχρονης ερευνητικής βιβλιογραφίας.

Σημαντικότερη αιτία του αναφερόμενου προσανατολισμού των ερευνητών αποτελεί το γεγονός ότι η ποιότητα ζωής του ανθρώπου που νοσεί επηρεάζεται τόσο από την εξέλιξη της ασθένειας όσο και από τη ψυχολογική κατάσταση του ίδιου.

Ως επί το πλείστον οι αγχώδεις διαταραχές, καθώς και οι διαταραχές της διάθεσης, έχουν επισημανθεί σε άτομα τα οποία παρουσιάζουν ανωμαλίες όσον αφορά μεταβολικές διαδικασίες

Πιο συγκεκριμένα, η συναισθηματική δυσφορία αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των ασθενών ενώ έχει διαπιστωθεί ότι 1 στους 4 βιώνει είτε κατάθλιψη, είτε νοσηρό άγχος μετά την παρέλευση της διάγνωσης.

Ωστόσο, οι αναφερόμενες δυσμενείς ψυχολογικές συνθήκες είναι δυνητικά τροποποιήσιμες μέσω της ψυχοθεραπείας, με αποτέλεσμα τη μείωση των συμπτωμάτων και τη ψυχική ευημερία του ασθενούς, γεγονός που καθιστά την αλληλεπίδραση με τη σωματική υγεία ακόμη πιο σημαντική.

Πληθώρα ερευνητικών μελετών έχει εστιάσει στις δυσμενείς συνέπειες της αρνητικής συναισθηματικής φόρτισης του ασθενούς στην αντίληψη αλλά και στην περαιτέρω έκβαση της νόσου. Το άτομο καλείται να διατηρήσει μια θετική εικόνα για τον εαυτό του υπό το πρίσμα της ασθένειας.

Σε αντιδιαστολή, άλλοι παράγοντες οι οποίοι προκαλούν στρες στην καθημερινή ζωή, όπως ευθύνες, μη διαθέσιμοι πόροι και άλλα, καθιστούν τη διαδικασία ψυχολογικής προσαρμογής στο πλαίσιο της ασθένειας μια μακροπρόθεσμη και δύσκολη υπόθεση. Η πιθανή αποτυχούσα προσαρμογή στην ασθένεια έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση ψυχιατρικών διαταραχών άγχους, διάθεσης και συμπεριφοράς.

Πιο συγκεκριμένα, το άγχος και η αρνητική διάθεση, ακόμη και η κατάθλιψη έχουν συσχετιστεί με τη μέγιστη αναφορά συμπτωμάτων της σωματικής ασθένειας, μεγαλύτερα επίπεδα ευαλωτότητας του ατόμου στο νοσηρό και συχνότερη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας.

Εντούτοις, η προσδοκώμενη ποιότητα ζωής του ασθενούς, η αύξουσα αυτοεκτίμηση και η μειωμένη συμπτωματολογία που αναφέρει ο ίδιος, έχουν ταυτιστεί με την απομείωση του άγχους και της άσχημης διάθεσης, καθώς και τη ψυχική ευεξία.

Ένα μέρος των δημοσιευμένων μελετών εξετάζει την επίδραση επαγωγής αρνητικών συναισθημάτων στην αντίληψη της υγείας σε μη νοσηρό πληθυσμό.

Οι Solovery και Birnbaum, διαπίστωσαν ότι μετά την επαγωγή αρνητικής διάθεσης σε υγιή άτομα, αυτά αναφέρουν μεγαλύτερο πόνο και περισσότερη ευαλωτότητα στην έκφραση νοσηρών συμπτωμάτων, ανεξαρτήτως ρεαλιστικών συνθηκών υγείας.

Πιο συγκεκριμένα, οι Costa και McCae, παρατήρησαν ότι άτομα, τα οποία υποβλήθηκαν σε διεργασίες επαγωγής αρνητικών συναισθημάτων, ανέφεραν δύο ή τρεις φορές περισσότερα συμπτώματα από την ομάδα ελέγχου.

Πράγματι, έχει αποδειχθεί, όπως προαναφέρθηκε, ότι ασθενείς, οι οποίοι βιώνουν άσχημα συναισθήματα, όπως ανησυχία, φόβο και αρνητική διάθεση, χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη εγρήγορση σχετικά με την αντίληψη των συμπτωμάτων τους και αυξημένη προσοχή στις πληροφορίες που δίνει το σώμα, όπως και υψηλά ποσοστά απόδοσης συμπτωματικών εκδηλώσεων.

Αν και τα ποσοστά συννοσηρότητας ψυχιατρικών διαταραχών και αυτοάνοσων είναι αξιοσημείωτα, η ψυχοπαθολογική συμπτωματολογία σπάνια γίνεται αντιληπτή από τους ειδικούς.

Εκτός της ισχυρής συσχέτισης νόσου και ψυχιατρικών διαταραχών, οι ερευνητές επιχειρούν να αξιολογήσουν τον τρόπο επίδρασης της ψυχοπαθολογίας του ασθενή στην επικείμενη πάθηση. Ως εκ τούτου, έχει παρατηρηθεί σημαντική επίδραση τόσο σε επίπεδο φυσιολογίας όσο και συμπεριφοράς.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τους Whooley, de Jonge, Vittinghoff, Otte, Moos, Carney η κατάθλιψη φαίνεται να επηρεάζει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, επειδή έχει συσχετιστεί με αυξημένο ποσοστό φλεγμονών, μη φυσιολογική λειτουργία των αιμοπεταλίων και την εμφάνιση αιφνίδιων και ανεπιθύμητων ανωμαλιών στη γενικότερη πορεία της υγείας του παθόντος.

Επιπρόσθετα, οι ψυχιατρικές διαταραχές έχουν συσχετιστεί με αυξημένο βαθμό θνησιμότητας στην πληθυσμιακή ομάδα των καρδιαγγειακών ατόμων.

Προεκτείνοντας τη σκέψη μας σε αυτό το πλαίσιο, η συμπεριφορά του ασθενούς ο οποίος καταβάλλεται από υπέρμετρο άγχος είναι τελείως διαφορετική σε σύγκριση με τον ασθενή ο οποίος βιώνει κατάθλιψη.

Τα εν λόγω άτομα εξαιτίας της έντονης ανησυχίας για την κατάσταση της υγείας τους εστιάζουν με ιδιαίτερη προσήλωση στη συμπτωματολογία και βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση για όλο και περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της υγείας τους. Η επαγρύπνηση αυτών των ατόμων χαρακτηρίζεται ως βοηθητική για την αποφυγή αρνητικής εξέλιξης της υγείας.

Ωστόσο, ορισμένες φορές το άγχος για την κατάσταση του παθόντος είναι τόσο υπερβολικό, που αποδιοργανώνει και προκαλεί ποικίλες διαταραχές στον ύπνο, τη διατροφή, τη χρήση ουσιών και φαρμάκων και έχει ως αποτέλεσμα να πλήττεται το ανοσοποιητικό σύστημα και να ολισθαίνει η εξέλιξη της ασθένειας.

Δείτε το Β' μέρος ΕΔΩ!

Βίβιαν Βλάχου
Ψυχολόγος
ΜSc Κλινικής Νευροψυχολογίας – Νοητικών Νευροεπιστημών Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ - Montreal Neurological Institute (MNI), Mc Gill University of Canada
Μέλος της Ομάδας Logodiatrofis.gr

ΛΟΓΩ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Κοινοποίηση άρθρου

0%